Ο Σωκράτης: το πρόσωπο και ο καθρέφτης

 
ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

A.Nehamas The Art of living: Socratic Reflections from Plato to Foucault, εκδ.  University of California Press,   Sacher Classical Lectures,  τομ. 61, Berkeley, California 1998 , σ. 283.-

 
Στον μεταμοντέρνο κόσμο που διάγει τον φρενήρη,ανεξέταστο βίο του ήσυχα, και όπου το  πρόσωπο  κι ο καθρέφτης εκλείπουν, μόνον  η σύγχυση επιτείνεται , βιωματικοί  φιλόσοφοι, με μοναδική  ευαισθησία, μεριμνούν  και για το πρόσωπο  και για τον καθρέφτη.Αυτό κάνει ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη  από τον Μ. Φουκώ.


Λίγους  μήνες πριν από το θάνατό του, ο Μ.Φουκώ αφιέρωσε στον Σωκράτη των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων, ορισμένες από τις διαλέξεις πού πρόλαβε να δώσει, προσκεκλημένος του College de  France.


Η απόπειρα   του γάλλου φιλοσόφου  να στραφεί στην αρχαιοελληνική γραμματεία, σε μια προσπάθεια να απαλλάξει  τη σύγχρονη δυτική σκέψη από τις εμπλοκές της, στάθηκε ίσως  το έναυσμα, για τις διαλεξεις που δίνει  πάνω στο ίδιο θέμα, με τον τιμητικό τίτλο του  Sather Professor, oχτώ χρόνια αργότερα,   ο έλληνας  Καθηγητής  της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Αλέξανδρος Νεχαμάς,   προσκεκλημένος του  Τμήματος Κλασικών Σπουδών  του Πανεπιστημίου της  Καλιφόρνιας.


Στo « Art of Living » που είναι καρπός αυτών των διαλέξεων, ο συγγραφέας εστιάζει το ενδιαφέρον του στην τέχνη του  ζήν, με την   οποία  ο Σωκράτης εγκαινίασε  μια διαφορετική  παράδοση,   μέσα στην  ιστορία της φιλοσοφίας,  ζωντανή  ακόμη  και σήμερα, αφού  κύριο θέμα της έχει  τη δημιουργία  ή την  επιμέλεια του εαυτού μας .

 Το  βιβλίο αντιμετωπίζει την τέχνη του ευ ζήν από την πλευρά της  αισθητικής,  τη  μόνη, σε αντίθεση   με  την  προτρεπτική και  τη δογματική ή απόλυτη εκδοχή της, που δεν αξιώνει    οικουμενικότητα ή καθολικότητα, αφού δεν προβάλλει  ούτε επιχειρεί να αποδείξει ως ιδεώδη ένα και μοναδικο τρόπο ζωής.

Πιστός  στην αισθητικιστική προοπτική  των προσεγγίσεών του ,  ο Νεχαμάς  επιστρέφει  στον τόπο δημιουργίας των ιδεών και των εννοιών.  Εκεί, δηλαδή,  όπου διεξάγονται φιλοσοφικοί  διάλογοι  ανάμεσα σε  εξατομικευμένα   όντα   -εδώ, τον Σωκράτη και τους συνομιλητές του-  που οφείλουν τη  μυθιστορηματική ή μυθική διάσταση τους  στο  απίστευτο και όμως αληθινό γεγονός  να χρωστούν την ύπαρξή τους σ΄αυτούς τους διαλόγους και να ζούν  χάριν αυτών.


Γραμμένο σ΄αυτό το πνεύμα, το Art of Living  αποτελεί συνέχεια  ή συμπλήρωμα του «Life as Literature» ( 1985). Ενώ στο προηγούμενο βιβλίο του,   ο συγγραφέας  εξετάζει τη δυνατότητα  της ζωής να μετατραπεί σε  λογοτέχνημα, τώρα,  σ΄αυτό το δεύτερο έργο,  αναγνωρίζει πίσω από την τέχνη  του ζήν τη  φιλοσοφία.


Ολη η δυσκολία να εξιχνιάσει αυτή την  ιδιότυπη  τέχνη που φτιάχνει ο φιλόσοφος-καλλιτέχνης,    όταν σκέφτεται τη ζωή του και  όπου ο δημιουργός και το δημιούργημά του (τα κείμενά του )  γίνονται ένα,  πηγάζει από τη σταθερή πεποίθηση του Νεχαμά ότι η τεχνη  του ζήν δεν οδηγεί σε ένα  και μοναδικό αλλά σε πολλαπλά μοντέλα  ιδανικού βίου -δημιουργήματα  όσων    επιδίδονται στην τεχνη αυτή.

Με γνώμονα  αυτή την αντι-ιδεαλιστική, προοπτικιστική αφετηρία,  ο συγγραφέας απελευθερώνει το θέμα των  διερευνήσεών του  από τη στενή προοπτική μιάς συμβατικής  ηθικής πραγματείας,  για να  κινηθεί σ’ ένα χώρο γραφής τον οποίο η φιλοσοφία   υποχρεώνεται να μοιρασθεί από   κοινού με την  κλασική φιλολογία και την  κριτική της λογοτεχνίας.

Τα σύνορα, τα οποία,  τις περισσότερες φορές νομότυπα  και όχι λίγες φορές, δικαιολογημένα, εξακολουθούν να  χωρίζουν  αυτά τα διαφορετικά πεδία γνωστικής προσέγγισης, εδώ,  καταρρίπτονται.

Η πράξη που τα καταργεί είναι το μυθιστορηματικό και την ίδια στιγμή αναστοχαστικό  εγχείρημα του Α.Νεχαμά να πλάσει  ένα δικό του σωκρατικό πορτραίτο,ρίχνοντας φώς στις προσωπογραφίες  του Σωκρατη  που έφτιαξαν -ο ένας μετά τον άλλον-  ηθικιστες ολκής όπως ο Μοntaigne,   θαυμαστης του Σωκράτη,  ο Νietzsche, θαυμαστης του Μοntaigne,  ο Foucault θαυμαστης του Νιetzsche, και ο ίδιος ο Νεχαμάς  θαυμαστής και πάντως γνώστης  του Foucault.


 Ολοι αυτοί  οι στοχαστές   εντρυφούν ο καθένας, με τα  δικά του φιλοσοφικά και ιστορικά μετρα, στον  σωκρατικό ήρωα των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων που  ο δημιουργός του, Πλάτων δεν αργεί να  τον μετατρέψει  σε αντικείμενο  κριτικής διερεύνησης, στην προσπάθεια του να  αποσαφηνίσει τον παράδοξο χαρακτήρα που έφτιαξε. Προσπαθώντας, με τη σειρά τους,  να εξιχνιάσουν ο ένας μετά τον άλλο, το μυστήρο του σωκρατικου προσώπου,  αγωνίζονται, με τον καθρέφτη σαν εργαλείο , να ρίξουν φως,  από ένα διαφορετικο, κάθε φορά,  σημείο, στους κατοπτρισμούς του,  με την πρόθεση να βρούν τα μυστικά της φτιάξης  του.


Το κάθε καινούριο αντικαθρέφτισμα του Σωκράτη είναι,   υποτίθεται,  πιό  πιστό στο αληθινό πρόσωπό του. Στην πραγματικότητα,  είναι πιο πιστό  στην αλήθεια της εκάστοτε   εποχής  που  δοκιμάζει να αποδώσει με τη σκέψη της το μυθικο αυτό πρόσωπο, μόνο και μόνο για να  κατανοήσει καλυτερα το πνεύμα και το ύφος  της δικής της αυτοπροσωπογραφίας.

Το σωκρατικό αντικαθρέφτισμα που  φτιάχνει ο  Νεχαμάς   είναι   αποτέλεσμα μεθοδευμένων εξιχνιάσεων,  μεσα από τις οποίες ο Σωκράτης, έχοντας έλθει αντιμέτωπος με διάφορες ιστορικές περιόδους που έπλασαν και ανέπλασαν το είδωλό του, έρχεται, τώρα, να διοχετεύσει τη σιωπή και την ειρωνία  της τόσων αιώνων  πολύπειρης  ύπαρξής του σε μιάν εκστρατεία  επιμέλειας του φιλοσοφείν.


Η τεχνη του ζην,  για την αξια της οποίας ενδιαφέρθηκε   ο Φουκώ,   αποβλέπει στη δημιουργία και στην επιμέλεια του εαυτού μας, ενώ   η τέχνη του φιλοσοφείν,  για την τύχη  της οποίας ενδιαφέρεται  ο Νεχαμάς,    αποβλέπει  στη δημιουργια και στην επιμέλεια του   ίδιου  του φιλοσοφικού λόγου.


Το στρατήγημα, με το οποίο ο Νεχαμάς αναθέτει   την τέχνη του ζήν στην τέχνη του φιλοσοφείν   είναι  στοχαστικό  και  ταυτόχρονα άκρως επιτυχημένο : ενώ προβλέπει την  εναντίωση στο μεταμοντέρνο υπέρσχετικισμό  που  θέλει να ισχύουν τα πάντα και  τίποτα,  την   επιχειρεί αποκαθιστώντας τα μέσα  που  χρησιμοποιούν  ή προτείνουν   οι μεταμοντερνοι υπερσχετικιστές για την  υπονόμευση της  φιλοσοφικής ( κριτικής)  σκέψης.

Έτσι,  ο φιλοσοφικός λόγος αποστεωμένος  από την χρόνια σιτισή του με  γενικές και αφηρημένες  έννοιες, ζωντανεύει στις σελίδες του Νεχαμά και αποκτά το πρόσωπο ενός μυθιστορηματικού Σωκρατη  που είναι περισσότερο  εύπλαστος από  όσο τόλμησε να τον φανταστεί ο Ξενοφών,  περισσότερο σιωπηλός και είρων απ΄όσο τον θεώρησαν  ο  Πλάτων  ή ο Μονταιν, λιγότερο βέβαιος  και λιγότερο σοβαροφανής  απ΄όσο  του κατελόγισε ο Νιτσε.


Η αναφορά από  την πρώτη  ακόμη σελίδα  του βιβλίου  στο  φιλοσοφημένο  και ειρωνικό μυθιστόρημα του Τ.Μάν, μας ειδοποιεί ότι το στρατήγημα  του συγγραφέα  είναι  δυνατό μόνο  με τη  μεσολάβηση  της λογοτεχνίας.


Οντας για τη φιλοσοφία ό,τι είναι το πείραμα για την επιστήμη, η λογοτεχνία   μπορεί, πράγματι,  να μετατρέψει τις εννοιες   σε μυθιστορηματικούς ήρωες,  ξυπνώντας  το ενδιαφέρον του αναγνωστη  για  κείμενα,  μέσα στα οποία  η   διάνοια  και  το ήθος της πλοκής   δέχονται  το σφυροκόπημα του φιλοσοφικού στοχασμού, αλλά και του το ανταποδίδουν,  με αποτέλεσμα ο φιλοσοφικος στοχασμός έχοντας απαλλαγεί από την ακαμψία του ύφους του,  να συμφιλιωθεί  επιτέλους με τη δραματικότητα  που χαρακτηρίζει την  υπάρξη όχι μονον των ανθρώπων αλλά και των ιδεών .


 Εχοντας  κατά νού  τις αποτιμήσεις του ρομαντισμού και της αρχαίας φιλοσοφίας  που διενεργούν ο Χέγκελ, ο Κίρκεγκωρ  ή ο  Νίτσε,  ο Νεχαμάς  θέτει  τον φιλοσοφικό λόγο  σε μια διπλή δοκιμασία : στη  δοκιμασία της   σοβαρότητας που χαρακτηρίζει τη σωκρατική  ειρωνία, όταν λειτουργεί ως θεματοφύλακας  της  προσωπικής ζωής και των μετουσιώσεών της  και στη δοκιμασία  της ελαφρότητας που χαρακτηρίζει  τη ρομαντική ειρωνία  όταν παγιδεύεται σε μιαν αμετρη  (αλλά και στειρα ) υποκειμενικότητα, για να κρατηθει  μακρια από τις αφηρημένες (κούφιες) ιδέες.

Περνώντας  μέσα απ΄αυτή την διπλη  δοκιμασία,  τον  φιλοσοφικό λόγο, ο Νεχαμάς  δίνει στη  μεταμοντέρνα  φιγούρα του, εκείνα τα χαρακτηριστικά της αρχαιελληνικής σκέψης, χωρις τα οποία,  η  μεν λογοτεχνία, θα ηταν  ακόμη   στην προρομαντική  της περίοδο, ανίκανη να διαλεχθεί  θετικά  με το στοχασμό, ενώ η φιλοσοφία,   πραγματιστική  αλλά τελείως απρόσωπη,  θα ηταν ανίκανη  να  μάθει στη λογοτεχνία  τους τρόπους  να την  εμπνεει.  πράγμα που θα συντηρούσε τη μακάβρια  γοητεία των αφαιρέσεων.

Υιοθετώντας τους χαμηλούς τόνους  της, επιμένοντας, όμως,  στην  ουσία του  δικού του εγχειρήματος, ο Νεχαμάς  βγάζει τη μεταμοντέρνα  σκέψη   από το αδιέξοδο στο οποίο  τη συρουν εκπρόσωποί της, όταν  δογματικά  ερμηνεύουν   τον πλατωνισμό  ως δογματισμό  και  ταυτίζοντάς τον   με τη φιλοσοφία  στο σύνολό της, εισηγούνται τη λήξη της.

Σχόλια