H φιλοσοφία αντιμέτωπη με το τραγικό*
Περιοδικο Θ.Ε.Α , έτος 2013
H φιλοσοφία αντιμέτωπη με το τραγικό*
Η καθιέρωση μιας επετείου αφιερωμένης στην φιλοσοφία μάς υπενθυμίζει, αν μη τι άλλο, ότι η
φιλοσοφία είναι ένα είδος που απειλείται με εξαφάνιση .
Συμμετέχουμε στον εορτασμό αυτής
της επετείου με την υποχρέωση να θυμίσουμε,
με την σειρά μας, τις ολέθριες, τολμώ να πω, συνέπειες που επιφυλάσσει μια τέτοια εξαφάνιση για τις
θεωρητικές έρευνες στα πεδία των επιστημών, για τις τέχνες και τα γράμματα στα πεδία της παιδείας και του πολιτισμού και
μέσω αυτών, αλυσιδωτά, για την
ίδια την ζωή, μέσα στον σύγχρονο
κόσμο , σήμερα και στο μέλλον.
Η
φιλοσοφία είναι, πράγματι, ο τόπος απ’ όπου το πνεύμα αντιστέκεται στην
τυφλή αποθέωση της τεχνικής και της λογιστικής και στο καθεστώς της
τεχνοκρατίας που τείνει να
εδραιώσει.
Δουλειά του φιλοσόφου δεν είναι
ούτε να κινδυνολογεί ούτε να προφητεύει. Δουλειά του είναι να σκέπτεται
και να ξανασκέπτεται τα ανθρώπινα πράγματα. Οσα συμβαίνουν και όσα ενδέχεται να συμβούν,
απούσης της σκέψης.
Η
σκέψη είναι ένα πολύπλοκο σύστημα
σύνθετων ψυχικών, νοητικών, συνειδησιακών διεργασιών από την αποκρυπτογράφησή των οποίων, στα πεδία της βιοχημείας και της
νευρο-φυσιολογίας, πόρρω απέχουμε, εφόσον τέτοιες στοχαστικές και συλλογιστικές διεργασίες
είναι σχεδόν αδύνατο να προσδιορισθούν μέσω μαθηματικών εξισώσεων. Εξακολουθούμε
και συνάγουμε και διασαφηνίζουμε την σκέψη ως αναστοχαστική,
συλλογιστική, κριτική λειτουργία, μέσα
από τα έργα της. Γι’ αυτό και
η αρχαιολογία της γνώσης και η ιστορία της σκέψης θα πρέπει να είναι και θα είναι
για πολύ ακόμη θεμελιώδεις τομείς της εκπαίδευσης. Ενεργοποιώντας την κριτική δύναμή της, η σκέψη, σ’
ένα πρώτο επίπεδο, διενεργεί εκτιμήσεις,
αποτιμήσεις και αξιοθετήσεις
τής κατάστασης μέσα στον κόσμου,
όπου και όποτε αυτό είναι λογικά και
ιστορικά αναγκαίο . Τέτοιες εκτιμήσεις
και αποτιμήσεις επί της ουσίας δεν είναι
εύκολο να γίνουν. Αν υποθέσουμε ότι
έχουν στην βάση τους την σοφία
που απορρέει από το χώνεμα της γνώσης, απαιτούν, επιπλέον, ορθοφροσύνη
και παρρησία, στοιχεία
που η απουσία τους είναι ευθέως
* εισήγηση
που εκφωνηθηκε στην ημερίδα για την
επέτειο της Φιλοσοφίας που διοργάνωσε ο Τομεας Φιλοσοφίας του Α.Π.Θ.,
τον Νοέμβριο του 2010.
ανάλογη με την έλλειψη ενάργειας που
χαρακτηρίζει το πνεύμα και το αίσθημα
της εποχής μας.
Ελλειψη ενάργειας εμφανίζουν,
στο γύρισμά τους, κάποιες κρίσιμες
καμπές, μέσα στην Ιστορία. Την ενάργεια
επικαλέστηκε ο Descartes ως
αναγκαίο, εκ των ων ουκ άνευ, γνώρισμα της σκέψης της εποχής του, μιας εποχής που τραυματισμένη από τις
αγριότητες πολύχρονων θρησκευτικών πολέμων,
αναζητούσε μια νέα τάξη πραγμάτων, αλλά
και ένα νέο περί μεθόδου λόγου
που θα την νομιμοποιούσε στην
κοινή συνείδηση .
Την ενάργεια επικαλέστηκε και ο Καντ
ως συστατικό μιας διαφωτισμένης,
πνευματικά ώριμης και αυτόνομης σκέψης,
στα τέλη του 18ου προκειμένου ο νους να πάψει να
αντιμετωπίζεται ως μηχανικό εργαλείο και
να αναχθεί εκ νέου σε στοχαστική και
κριτική δύναμη προσδιορισμού,
αυτοπροσδιορισμού και δημιουργίας . Την ίδια ενάργεια χρειάστηκε
να επικαλεστούμε, κι εμείς, τέσσερις αιώνες μετά, στο άνοιγμα του 21ου αιώνα, πράγμα πολύ πιο δύσκολο τώρα,
αφού τα ανθρώπινα πράγματα, αντίθετα από ό,τι στην εποχή του Descartes,
συστήνουν πολύπλοκα συστήματα που
είναι αδύνατο να αναλυθούν σε μονάδες,.
Κι αυτό γιατί τα στοιχεία τους
που θα ήταν αντίστοιχα των
μονάδων, είναι και αυτά πολύπλοκα. Αλλά
η ενάργεια είναι δύσκολο να επιτευχθεί
και για άλλους σοβαρότερους λόγους, όπως
για τον λόγο ότι μια τέτοια πολυπλοκότητα
πραγμάτων κάνει δυσδιάκριτο
τον ορίζοντα μέσα στον οποίο
κινείται η σκέψη και την προοπτική
που μας ανοίγει.
Εξακολουθεί και είναι σαφές,
πάντως, ότι η σκέψη στην
πολυπλοκότητά της, εκτός από υπολογιστής που οργανώνει την διαχείριση και
την λειτουργία τεχνικών και
οργανικών συστημάτων ελέγχου και προσαρμογής, συνεχίζει να
είναι συνθέτης που
δημιουργεί και ενορχηστρώνει
έργα πολιτισμού, συντονίζοντας φαντασία
, διάνοια και λόγο, αλλά
και εξεταστής και κριτής των πεπραγμένων μιας εποχής.
Υπ
αυτή την έννοια, η φιλοσοφία είναι
το πεδίο όπου οι ιστορικές εμπειρίες δράσεων, παθημάτων, καταστροφής και δημιουργίας, αλλά και το
αίσθημα μιας εποχής κρυσταλλώνονται για να μετατραπούν
σε έννοιες, ιδέες, αρχές και
αξίες. Σε μέσα, δηλαδή,
θέσμισης και νομιμοποίησης της τάξης
του λόγου που συνέχει το
οικονομικο-πολιτικό-πολιτιστικό σύστημα και τον κόσμο της κοινωνικής ζωής που
επικαθορίζει, κάθε φορά.
Δεν είχαν όλες οι εποχές την
δυνατότητα να φιλοσοφούν. Υπήρξαν εποχές ανίκανες να ξανασκεφθούν ώστε να
εννοήσουν όσα είχαν συμβεί και όσα συνέβαιναν ώστε να απαντήσουν
βάσιμα στο ερώτημα περί του πρακτέου. Υπήρξαν εποχές
ανεξέταστες, άσκεπτες και άκριτες.
Εποχές σκοτεινές.
Όπως στους σκοτεινούς χρόνους
απ’ όπου αναδύθηκαν η ομηρική
ποίηση, και η
σκέψη των Ιώνων φιλοσόφων, το
ίδιο και η σοφιστική, αργότερα, που έθετε
ως μέτρο τον άνθρωπο τον σημαδεμένο με το
αίσθημα της αιδούς και της δίκης,
ώθησε τον Πλάτωνα να αντιπροτάξει
στον ανθρωπιστικό σχετικισμό των σοφιστών,
τον διαλεκτικό και μαθηματικό νου που κατ’ εικόνα του νου του Γεωμέτρη
Θεού, μπορούσε και φανέρωνε την
τραγικότητά της αντιθετικότητάς
του.
Η
ψυχραιμία που χαρακτηρίζει την
σκέψη του Αριστοτέλη, όταν
εξετάζει το τραγικό στην Ποιητική
και στην Ρητορική του, με την νηφαλιότητα που του εξασφαλίζει
η απόσταση, εξηγείται ίσως από το γεγονός ότι ο
δημιουργός αυτών των κειμένων, όταν τα γράφει, έχει ζήσει,
εκτός από την κατάρρευση
της αθηναϊκής ηγεμονίας που ο
Πλάτων πριν απ’ αυτόν αγωνιζόταν να αποτρέψει, την αποδυνάμωση της ηγεμονίας
της Σπάρτης και την ανάδειξη της
ηγεμονίας των Μακεδόνων .
Το
ίδιο σκοτεινή υπήρξε και η εποχή
της μεσαιωνικής εσχατολογίας που
έφερε την Αναγέννηση της κλασικής
παιδείας και την επαναξιολόγηση των
αξιών, σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή,
κατά την οποία ο φεουδαλικός
κόσμος ριχνόταν στις περιπέτειες αιματηρών πολέμων και
κοινωνικής ανισορροπίας. Εως ότου,
από τις αρχές του 17ου αιώνα και εξής, μια νέα
τάξη λόγου κρυσταλλωθεί, με ενάργεια στις πραγματείες των φιλοσόφων, νομιμοποιώντας την
εδραίωση της νέας τάξης πραγμάτων που είχε εγκαινιάσει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.
Καθώς το σύστημα αυτό, από τον
Διαφωτισμό και μετά, , δεν έπαψε να
συναρτά τη νομιμότητά του από τον εκσυγχρονισμό του, ένα
από τα θύματα - το πρώτο ίσως -
της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε,
στις αρχές του 19ου αιώνα
ήταν η ίδια η φιλοσοφία. Μαζί με την δογματική μεταφυσική και τα
θεοκρατικά νοητικά μορφώματα που
συνέθετε, με βάση την Τυπική αξιωματική λογική, το ισχύον σύστημα απαξίωσε
κάθε άλλη μεταφυσική, οντολογική, ανθρωπολογική προσέγγιση των ανθρώπινων πραγμάτων.
Ο εκσυγχρονιστικός
θετικισμός που αναγεννήθηκε μέσα από τις
στάχτες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου
παρέβλεψε το γεγονός ότι
παράλληλα με την παλιά, δογματική
μεταφυσική, εκδιώχθηκε από τον πίνακα της ανθρώπινης γνώσης, και
εκείνη η νέα ανθρωποκεντρική
μεταφυσική που αναδείκνυε την
μορφοποιητική δύναμη του ανθρώπου να δημιουργεί καθολικές
έννοιες, αναθέτοντας τους τον ρόλο ασφαλιστικής δικλείδας κατά των περιστασιακών χειρισμών κι αντιμετωπίσεων.
Ο αφελής θετικισμός μετέτρεψε, έτσι,
το πνεύμα σε ένα τυπικό και αφηρημένο μόρφωμα
σκέψης που αντί να περιορίσει,
υπέθαλψε την ασκεψία
και την βαρβαρότητα στην Ευρώπη,
καθώς δεν διέθετε πλέον τα μέσα
να αναλογισθεί τι συνέβηκε, σαν να μην
είχαν ήδη συμβεί δυο παγκόσμιοι
πόλεμοι, σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλο.
Από το πλήγμα που κατάφερε, στις
αρχές του 19ου αιώνα,
η θετικιστική τεχνο-επιστήμη στις
στοχαστικές διεργασίες της
συνείδησης, η φιλοσοφία ποτέ δεν συνήλθε πραγματικά. Αφού εκτός από έναν διαψευσμένο ανθρωπισμό , δεν είχε να προτάξει
ουσιαστικές αντιστάσεις στον θετικό ή αρνητικό, χαρούμενο ή
μελαγχολικό μηδενισμό που κρυσταλλωνόταν στο διανοητικό κλίμα και στο αίσθημα του 20ού αιώνα. Με την άκριτη αποθέωση της τεχνικής που κυριάρχησε, μετά το τέλος του Β΄ μεγάλου πολέμου, η θέση της
φιλοσοφίας επιδεινώθηκε έτσι που
στην προσπάθειά της να συγκαλύψει
τα ρήγματα που υπέστη, το μόνο που κατάφερε ήταν να κρύψει την τραγικότητα της εποχής της
και eo ipso,
και την δική της.
Παρά το γεγονός ότι η Δύση
ανακαλεί με ευχαρίστηση, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970
ως δεκαετίες ανάπτυξης και
προόδου, μέσα στον 20ό
αιώνα, είχαμε 187 εκατομμύρια νεκρούς!!! (η πληροφορία από το βιβλίο του
Terry
Eagleton Sweet
Violence ).
Με βάση τον πληθυσμό που αριθμούσε ο πλανήτης , στις αρχές του 20 αιώνα,
ένας στους δέκα ανθρώπους χρειάστηκε να πεθάνει προκειμένου να εξασφαλίσει υλική ευημερία το ένα
τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού .
Ποσοστό που μειώνεται συνεχώς, στις μέρες
μας, δε, ακάθεκτα.
Κανένας άλλος αιώνας μέσα στη
ιστορία του πλανήτη δεν υπήρξε
τόσο σκληρός και τόσο απάνθρωπος
όσο ο εικοστός αιώνας. Και επειδή
η αποξένωση και η απαξίωση
εντάθηκαν, μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο,
είδαμε, στο πεδίο των πολιτικών
και οικονομικών ανταγωνισμών, το
φαινόμενο της υποκατάστασης των αξιών
χρήσης προς όφελος της ζωής, από
αξίες ανταλλαγής χάριν του κέρδους , να
παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις,
με αποτέλεσμα οι ανταλλαγές να
μετατραπούν σε συναλλαγές και το κέρδος σε αισχροκέρδεια.
Αποτέλεσμα της μετατροπής των αξιών χρήσης σε αξίες ανταλλαγής και των
αξιών ανταλλαγής σε αξίες καθαρά χρηματιστηριακές, ήταν η
εκποίηση της ανθρώπινης
ζωής και η διαβρωτική αυτό-εκμηδένισή
της.
Tα τελευταία τριάντα χρόνια του 20ού αιώνα,
όταν ξεσπά η οικονομική κρίση που
ζούμε σήμερα, οι φιλόσοφοι και
διανοητές επιχείρησαν να μετριάσουν τους τόνους, εξισώνοντας
την αυτο-εκμηδένιση του ανθρώπου με την εξαφάνιση του Υποκειμένου. Την εξαφάνιση του
Υποκειμένου οι μεταδομιστές την χαιρέτησαν, πολύ καθυστερημένα, ως
νίκη κατά της ουσιοκρατίας. Επηρεασμένοι από το στεγνό πνεύμα της
μεταμοντέρνας παρωδίας, αρνήθηκαν να
επανεξετάσουν τον διαλεκτικό και
διαφορικό χαρακτήρα της σκέψης, η
οποία ήδη , από τις αρχές, ακόμη, του 19ου αιώνα, με τον Hegel,
τον Marx και
τον Nietzsche, είχε αναδείξει την σχεσιακή δομή της ουσίας του όντος/είναι, ( δηλ. του κόσμου και της
ανθρώπινης ύπαρξης, μέσα σ’ αυτόν).
Κατά την μεταμοντέρνα φάση που σημάδεψε το τέλος του 20ού αιώνα,
βρισκόμασταν, ακόμη στην δέση της τραγωδίας. Οι
μεταμοντέρνοι μεταδομιστές διανοητές, από τον Lyotard και τον
Rorty έως τον
ύστερο Derrida, αντί της αναγνώρισης -η οποία στις
ποιητικές και στις πραγματικές
τραγωδίες, αποτελεί κορυφαία
στιγμή και οδηγεί στην λύση του δράματος- προτίμησαν την
παραγνώριση. Αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη της αποσιώπησης της
τραγικότητας των πραγμάτων και της
σκέψης που την αναστοχάζεται για να την εννοήσει και να λυτρωθεί από
την οδύνη που προκαλεί, οι μεταμοντέρνοι την παραγνώρισαν, δικαιολογώντας την θεραπεία των τραυμάτων του πρόσφατου παρελθόντος,
με τον καταναλωτισμό και τα ψυχοφάρμακα ως αντίδραση σε μια περισπούδαστη σοβαρότητα.
Μεσω
της παραγνώρισης , μετέτρεψαν το τραγικό σε
μια παρωδία της ωμότητας του κακού που
στην εικονικότητά του,
γινόταν πηγή σαδομαζοχιστικής απόλαυσης. Γιατί αυτό που οι μεταμοντέρνοι
διανοητές δεν αμέλησαν να κάνουν,
ήταν να συγκαλύψουν την παραγνώριση της τραγικότητας του σύγχρονου
κόσμου, πίσω από το αίτημα όχι πλέον μιας χαρούμενης ζωής ή μιας
χαρούμενης γνώσης, αλλά μιας
ελαφρότητας που θα μας αποσπούσε
από την σοβαρότητα της
κατάστασης. Και σε τελική ανάλυση από την βαρύτητα των πραγμάτων.
Το επιχείρημά αλλά και το εγχείρημά τους, ωστόσο, ήταν επιπόλαια, γιατί προκειμένου να αντιπαραθέσουν την
ελαφρότητα της διάθεσης στην βαρύτητα
των τραγικών καταστάσεων, χρειάστηκε να μας πείσουν ότι η σοβαρότητα
ήταν σοβαροφάνεια.
Μια τέτοια παρελκυστική τακτική
διευκόλυνε την ασύγγνωστη διάθεση
της μεταμοντέρνας σκέψης να αφεθεί
σε μιαν συνεχώς εντεινόμενη χαλαρότητα ήθους με επισφράγισμα τον ακραίο σχετικισμό του γνωστού «όλα
επιτρέπονται» και επομένως,
τίποτα δεν ισχύει∙ σημάδια που διέβρωσαν
την παιδεία και τους θεσμούς, ιδιαίτερα,
στην Ελλάδα .
Μέχρι την αυγή του 21ου
αιώνα που σημαδεύει και το τέλος της, η μεταμοντέρνα σκέψη οδηγήθηκε, έτσι, σε
λεκτικά παιγνίδια
υπεκφυγής-απόκρυψης που
αναπαριστούσαν τάχα πρακτικές
ωμών και απροσχημάτιστων αποκαλύψεων.
Το επιχείρημα ήταν ( και ήταν σοβαρό)
ότι σκεπτόμαστε ο καθένας υπό
μιαν ορισμένη οπτική γωνία βλέψης, επιθυμίας, συμφέροντος.
Ο Νίτσε είχε δείξει ότι με την συγκάλυψη
του προοπτικού χαρακτήρα της, η
δυτική σκέψη υποδυόμενη τον
παραγωγό και εγγυητή μιας απόλυτα βέβαιης γνώσης, καταδίκαζε
τον εαυτό της στον δογματισμό και
συνακόλουθα στον μηδενισμό. Το αντίδοτο,
ωστόσο, για τον Νίτσε, ήταν το θάρρος
της αδέσμευτης σκέψης που, τολμά και
αναζητά ως ελεύθερο πνεύμα, την
αλήθεια, χωρίς να παραγνωρίζει και να
παραποιεί τον ρόλο που παίζει μέσα στο
χαοτικό κοσμικό γίγνεσθαι ως δύναμη κρούσης κατά της ευτέλειας και της αντιδραστικότητας που ζητά να το
ελέγξει και να το υποτάξει στα μέτρα της
.
Πράγμα που παρέβλεψαν οι μεταμοντέρνοι διανοητές, για να
διεκδικήσουν όχι πλέον την αλήθεια ως δύναμη
διελεύκανσης, προάσπισης και προώθησης
της θετικότητας, αλλά την επινόηση
λεκτικών παιγνιδιών που
παίζονται επί σκηνής, προορισμένα να
αποφορτίζουν την ένταση που προξενούν οι δοσοληψίες σε κάθε γωνιά
του σύγχρονου κόσμου.
Ετσι, αντί να αναγνωρίσουν το παράδοξο η αναζήτηση της αλήθειας να είναι η
αναμέτρηση του λόγου με το ψέμα ή με την
πλάνη, κατακερμάτισαν την
αλήθεια σε επιμέρους
απόψεις που δεν απηχούσαν
πλέον καθολικές έννοιες , αλλά τα
καθ΄έκαστα που ως σπαράγματα ενοτήτων,
αντί να μας φανερώσουν, μας έκρυβαν
αυτό που συνέβαινε .
Στο όνομα της διαφοράς και της πολλότητας των λεκτικών παιγνιδιών, οι
μεταμοντέρνοι διανοητές αποποιήθηκαν την
συνθετική δύναμη της σκέψης να δημιουργεί νοητικές συλλήψεις
και μορφώματα ικανά να εκφράσουν και να
προσανατολίσουν ανθρώπους σε διαφορετική
κατάσταση, με κοινά, όμως επιθυμίες και ήθη. Τέτοια νοητικά μορφώματα
ήταν απολύτως αναγκαία,
γιατί η υπεράσπιση των αξιών της διαφοράς, της διαφωνίας, της
δικαιοσύνης ή της αλληλεγγύης που
εισηγήθηκε η μεταμοντέρνα σκέψη είναι αδύνατη,
χωρίς ένα γνώμονα κρίσης και
αξιολόγησης. Οντως, χωρίς ένα
βασικό κριτήριο αξιολόγησης
τους, οι αξίες δεν μπορούν
να στηρίξουν τους θεσμούς και τα έργα καμιάς εποχής . Αφού η διαφωνία, η αλληλεγγύη ή η δικαιοσύνη μπορούν κάλλιστα να είναι αληθινές, μπορεί, όμως, να
είναι και ψεύτικες. Χρειάζεται, επομένως ,
μια αξία ικανή να σταθμίζει το βάρος όλων των άλλων αξιών. Και η μόνη που μπορούσε να το κάνει ήταν η αλήθεια την οποία είχαν φροντίσει να
αποσύρουν από το τραπέζι των συζητήσεων
με το επιχείρημα ότι οι οπτικές γωνίες είναι περισσότερες της
μιας και διαφορετικές
μεταξύ τους, κάνοντας, έτσι, την διαφορά να αποκλείει την κοινότητα.
Παρ΄όλ’ αυτά, ξαναβλέποντας τα
πράγματα από την απόσταση μιας δεκαετίας
, μπορούμε να πούμε ότι η άνευ όρων
παράδοση των μεταμοντέρνων στον σχετικισμό, ενώ απείλησε
την φιλοσοφική σκέψη με
εξαφάνιση, ωστόσο, δημιούργησε τις συνθήκες για την μεταστροφή
και την ανανέωσή της. Γιατί αληθεύει εξίσου
ότι από το σημείο μηδέν στο οποίο οδήγησαν οι μεταμοντέρνοι την φιλοσοφία, με γνώμονα την πολλαπλότητα και την διαφορά , μπορέσαμε και
ξανακερδίσαμε το χαμένο έδαφος
και πολύ παραπάνω απ αυτό.
Στα
νέα πεδία που ήδη συγκροτούνται με την
συνέργεια των επιστημονικών και των
καλλιτεχνικών ανιχνεύσεων, μπορούμε
να προβληματισθούμε με τρόπο ριζικό ,
τώρα, πάνω στις ταυτότητες
με τις οποίες κινήθηκε η τάξη του
ισχύοντος, πλην όμως, υπεραπλουστευτικού
λόγου, κατανοώντας ότι είναι απολύτως συναρτημένες με συγκριμένες και μοναδικές διαφορές, με αποτέλεσμα την πολυπλοκότητα
των πραγμάτων και του λόγου που αγωνίζεται να την εκφράσει.
Μ΄
αυτούς τους όρους, μπορούμε πλέον να
εννοήσουμε ότι η τραγικότητα του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης είναι αδύνατο να αποκαλυφθούν μέσα σε μεμονωμένα λεκτικά παιγνίδια, τα
οποία με πρόσχημα την
διαφορετικότητά τους, μας αποκρύπτουν το αίνιγμα που κρύβεται μέσα τους
. Η λύση αυτού του αινίγματος γίνεται ένα με την αναζήτηση της αλήθειας από την στιγμή που
καταλάβαμε ότι μια τέτοια αναζήτηση
μπορεί να υπάρξει μόνον ως αναμέτρηση
με το ψέμα ή με την πλάνη, με την
χίμαιρα και την αυταπάτη. Αναμέτρηση που
είναι η κορυφαία εκδήλωση
της ανθρώπινης τραγικότητας, αλλά όχι η μόνη, στην μετα-οιδιπόδεια, κι επομένως άκεντρη και
ταυτόχρονα πολυκεντρική εποχή που διανύουμε.
Οι
συγκρούσεις και αναμετρήσεις δυνάμεων που
άλλες μας δυναστεύουν και άλλες
μας ελευθερώνουν, είναι πολλές και ποικίλες:
γίγνεσθαι και είναι, θνητό και
θείο, τρέλα και λογική, πάθος και φλέγμα, προσωπικό και
συμπαντικό και τόσες άλλες που εξακολουθούν να αντιπαλεύουν η μια την
άλλη, πράγμα που στην εποχή μας καλείται να εννοήσει και να διαυγάσει, με τα μέσα και τους τρόπους της, μια τραγική φιλοσοφία. Κι αυτό τόσο πιο πιεστικά
όσο η αναμονή ενός νέου Ευριπίδη,
τραγικότερου όλων, για τα μέτρα του δικού μας καιρού, θα αποβαίνει άκαρπη. Όπως
στο αρχαίο δράμα, η διάνοια ανελάμβανε
να δέσει και να λύσει το αίνιγμα
μέσα στον μύθο, έτσι και η
φιλοσοφία του καιρού μας καλείται
να αναγνωρίσει και να λύσει το αίνιγμα,
με όργανο μια σκέψη ικανή να το
κάνει, αφού η διαλεκτικότητα και η διαφορικότητά της είναι σήματα της
τραγικότητας της..
Χωρίς
μια τέτοια τραγική σκέψη, ικανή να διαπερνά την πολυπλοκότητα
των πραγμάτων και να φτάνει στην ρίζα της αντιθετικότητας τους, θα εξακολουθούσαμε να είμαστε στη δύνη της τυφλής αναμέτρησης των αντιθέτων, ανίκανοι να
τα αναγνωρίσουμε και να λύσουμε
το δράμα που πλέκουν.
Στο
αγωνιώδες αδιέξοδο που ζούμε και το
οποίο συμπίπτει με το έσχατο σημείο της δέσης
του σύγχρονου δράματος,
αναζητούμε συμβουλές ειδικών,
για να λύσουμε το πρόβλημα της
εξαθλίωσης των φτωχών, της καταστροφής του πλανήτη που συνεχώς επιτείνεται, της
μεταναστευτικής ροής
πληθυσμών, της διάλυσης χωρών.
Οι ειδικοί δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα γιατί είναι κι αυτοί, όπως
όλοι μας, μέσα στο πρόβλημα.
Μόνον η σκέψη που παίρνει
αποστάσεις ώστε να
διευρύνει και να βαθύνει την
προοπτική που την
κατευθύνει, μόνον αυτή μπορεί να
συλλάβει το αίνιγμα του τραγικού
και το μυστικό της λύσης του.
Χωρίς , όμως την νοητή εποπτεία
που χρησιμοποιεί στις διερευνήσεις
της, ο
διαλεκτικός και διαφορικός αναστοχασμός,
δεν μπορούμε να φωτίσουμε τους σκοτεινούς τόπους της τραγικότητας του σύγχρονου κόσμου και της δικής μας. .
Και
δεν θα μπορούμε, όσο
παραμένουμε κληρονόμοι και εκποιητές της
παλιάς ή εκσυγχρονισμένης αξιωματικής λογικής που συνεχίζει να καταστέλλει την κριτική και συνθετική δύναμη του νου, επιμένοντας να δίνει την προτεραιότητα στην τεχνογνωσία αντί της θεωρητικής γνώσης και
αυτογνωσίας .
Αυτή η
ακρωτηριασμένη και ακρωτηριαστική
λογική εμφανίζει τον κόσμο και τον άνθρωπο ως
πεδία διαχωρισμών,
αποκλεισμών,
κατακερματισμών, που δεν μπορούμε να αποφύγουμε , όσο ασκούμαστε
στην τεχνητή τους συγκόλληση.
Γιατί δεν πρόκειται για puzzle , όσο
για μια πολυσύνθετη εξεικόνιση
επιφάνειας και βάθους στην
ενότητα που συνεπάγεται η αντιπαράθεσή τους. Κι αυτό,
με σημεία και σύμβολα που
αποδίδουν τα φαινόμενα και τα
συμβαίνοντα, στις κρυφές συνάψεις
τους με
τα νοήματα, τις σημασίες και τις
αξίες που τα κινούν. Η με την απουσία των σημασιών και των αξιών
που επιτείνει ο ανεξέλεγκτος χρηματιστηριασμός της ζωής μας.. .
Χωρίς
την τραγική (
διαλεκτική-διαφορική) σκέψη, δεν
μπορούμε να εννοήσουμε την σχεσιακή δομή του κόσμου, και της
ύπαρξής μας. Ούτε μπορούμε να
εννοήσουμε το νόημα της ανθρώπινης ζωής
ως αναμέτρησης και
πάλης με τα εμπόδια . Αν
αυτό λησμονήθηκε λίγο από λίγο, τους τελευταίους αιώνες,, είναι γιατί
η αξιωματική υπεραπλουστευτική
λογική με βάση την αρχή του
αποκλεισμού του τρίτου, φρόντισε να μας
πείσει ότι η ψυχική επιθυμία είναι μονοσήμαντη έτσι που το όν/είναι να το ορίζει η βλέψη για κατίσχυση
μόνον, ενώ, στην πραγματικότητα, αυτό που το
ορίζει είναι ο
πόθος για δύναμη.
Η πολιτική και
ψυχαναλυτική θεωρία έδειξαν ότι ο
πόθος για δύναμη είναι διπλός και αμφιμονοσήμαντος, όπως και η ίδια η δύναμη,
που είναι δύναμη επειδή εκφράζει την
αγάπη για την ζωή που γεννιέται
μέσα από τον τρόμο για την καταστροφική
μανία της αυταρχίας και της απληστίας .
Οι μελετητές του ποιητικού
δράματος, αλλά και της
ιστορικο-κοινωνικής πραγματικότητας σωστά
συνέδεσαν το τραγικό με το τρομερό ή με το
παράδοξο που μάς εκπλήσσει και μας καταπλήσσει . Γιατί
χωρίς τον τρόμο που γεννούν η καταστροφή,
η συμφορά ή η δυστυχία, δεν θα
δοκιμάζαμε την χαρά που προκαλεί
η αγαθή τύχη, όταν ξαφνικά μας χαμογελάσει ούτε την μανία για δημιουργία
που γεννά η θέα των ερειπίων που
αφήνουν πίσω τους διάφορες μορφές
εκμηδένισης .
Είμαστε, όντα τραγικά
που ανακαλύπτουμε την σημασία της
αληθινής ευδαιμονίας, μόνον μέσα από την φάση της αληθινής δυστυχίας. Η φιλοσοφία του καιρού
μας αντιμέτωπη με την τραγικότητα του
σύγχρονου κόσμου, και την δική της,
μπορεί να μας βοηθήσει να
την χωνέψουμε και να την αντέξουμε στην πάλη μας με τα εμπόδια.
Αλεξάνδρα Δεληγιώργη
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου